Friday, December 11, 2009

Εν αρχή είναι ο λόγος

Εσχεικκαππαμαμπουθκια! Έσπαγα την πλούσια σε κόμη τότε κελλέ μου να καταλάβω τι σόι γλώσσα ήταν αυτή που μιλούσαν οι δυο μαυριδεροί τύποι που κάθονταν πίσω μου στο λεωφορείο. Εκεί που κατέληγα πως δε μου θύμιζε τίποτα και πως θα αποτελούσε μια καινούρια εγγραφή στο γλωσσικό άτλαντα του κέντρου μνήμης του μυαλού μου, τσουπ ξεμύτιζε μια λέξη γνωστή, μια λέξη σχεδόν ελληνική, αλλά και πάλι πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω χανόταν μέσα σε ακατάληπτους αλαλαγμούς. Και δεν ήταν παρά μόνο όταν κατέβαινα τα σκαλιά του λεωφορείου που ο εγκέφαλός μου δέχτηκε έκπληκτος την επιφοίτηση: μα ναι, πρέπει να είναι κυπριακά! Ήταν πολλά χρόνια πριν και ήμουν φοιτητής στα Χανιά.

Τί ήξερα τότε για την Κύπρο; Τρία πράγματα: To Γιαλιά, τον Πηδιά, και τη φράση ''λύνω το κυπριακό''. Τότε φυσικά δεν ήξερα πως το κυπριακό είναι από τη φύση του άλυτο, όσο για τα ονόματα των δυο τρανών ποταμών της νήσου, αυτά τα είχα αποστηθίσει από ένα χάρτη που κρεμόταν πάνω από το γραφείο μου όταν ήμουν μαθητής. Πάντα σε αυτούς τους κρεμαστούς χάρτες της Ελλάδος η Κύπρος εμφανιζόταν στην κάτω δεξιά γωνία και σε μικρότερη κλίμακα από την μητέρα πατρίδα. Σα να μην ξέραμε τι να την κάνουμε, τη θέλουμε δεν τη θέλουμε μαζί μας, ε άντε ας την βάλουμε σε καμιά γωνιά αλλά να την μικράνουμε λίγο μην πιάνει και πολύ τόπο.

Αργότερα επίσης έμαθα πως η Κύπρος είναι νήσος αγίων και μαρτύρων αλλά αυτό είναι αλλού παπά ευαγγέλιο...

Κάποια στιγμή λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη, αφού διέσχισα τα μήκη και τα πλάτη αυτού του κόσμου, η μοίρα με ξέβρασε σε αυτόν τον πελλότοπο, το κουμπαρονήσι, το κόσμημα της Αφροδίτης. Και είπα να ανοίξω ένα χάνι, να καλλιώ τον κόσμο, να έρχονται, να τρώνε να πίνουν και να χαίρεται η ψυχή τους. Και όποιον ρώτησα τη γνώμη του πως να το ονομάσω μου απάντησε: ''μα το χάνι του πάντζαρου σιόρ''!